Κυριακή, 2 Νοεμβρίου 2014

ξέρω κι εγώ..

Δεν παίρνω στο διαμέρισμα το σκυλί. Το θέλω για εμένα, να κλειδώνομαι. Ανάξιος τριχώματος – η σκέψη μου ξυρίζει. Που δεν μου δόθηκε η χάρις του αδέσποτου –αυτό με βασανίζει. Μόν’ είπα δέσποτα και δεσποσύνες, σχωράτε με που έγινα δεσποτικός. Εγώ ο αντιεξουσιαστής που εξουσίασα σκληρά τις πιο αθώες σκέψεις, τις πιο βαθιές ουσίες μου. Τον σκύλο, τον λύκο, την γάτα, τα ζουμιά. Βοηθάτε γιατί χύνομαι και ή θα πνίξω ή που θα στεγνώσω. Μοιάζει η βόλτα αυτή η κυκλική με αποχυμωτή ψυχών. Με έστυψαν, σου λέω και πού να με πετάξω; Παρηγοριέμαι μόνο όταν με τηλεσκόπιο κοιτάζω απ’ αλλού, κοιτώντας από άλλο γαλαξία ή σύμπαν ή πλατεία –πες το όπως θες. Παρηγοριέμαι με τα μεγέθη, γιατί είμαι τόσο λίγος που απουσιάζω. Γιατί είμαι τόσο μικρός που μοιάζω με αστείο. Η αντίδραση μιας στάλας λεμονιού στο μάτι. Τσουχτερό – αστείο. Μαύρο, πικρό χιούμορ κάποιας συμπαντικής ηλιθιότητας. Τόσης που να με κάνει στα μέσα της ζωής μου πανζουρλισμένος να ξεσπώ σε κείμενα εφηβικά.