Τρίτη, 24 Σεπτεμβρίου 2013

Πέμπτη, 19 Σεπτεμβρίου 2013

ΤΟ ΠΟΥΛΙ



Τύλιξα τα δάχτυλά  μου στην καρδιά του
Το τσόφλι αβγού είχε ήδη αρχίσει να ραγίζει
Το μικρό ράμφος χτυπούσε αδυσώπητα τον ουρανό
μέχρι που έφαγε ένα κομμάτι ορίζοντα

Το αίμα ξεπήδησε ζεστό
σκορπίστηκε απ’ άκρη σ’ άκρη
σε χιλιάδες σωληνώσεις
βαρύ και γρήγορο

Νομίζω:
Είναι το ίδιο πουλί –που δεν ξέρω πότε-
θα πετάξει έξω απ’ τα ανοιχτά σου δόντια
μην μπορώντας να σπάσει τον τελευταίο ορίζοντα

Τότε θα ‘χει (ή είχε) το χρώμα του αμέθυστου
τώρα
μου διαφεύγει τ’ όνομά του

Τρίτη, 17 Σεπτεμβρίου 2013

Κυριακή, 15 Σεπτεμβρίου 2013

blown away






Σάββατο, 14 Σεπτεμβρίου 2013

ΑΡΡΥΘΜΙΑ



Περπάτησα πάνω  σ’ ένα ρυθμό
Ήταν πιο γρήγορος από ‘μένα
οπότε κάθε φτέρνα μου δεν ηχούσε σωστά
Λίγο πριν, λίγο μετά
Η τιμωρία μου ήταν το σταδιακό ξεχείλωμα
μιας μελωδίας
Όσο ακολουθώ, η απόσταση μεγαλώνει
Η μελωδία έγινε ένα βουητό στο άδειο μου κεφάλι

Είμαι πια πολύ μακριά
Πιο πίσω κι από ‘μένα
Δεν ξέρω πια αν ο ρυθμός είν’ η καρδιά μου
που εξαντλείται
Κι αν η βοή που κληροδότησα
είναι το αίμα μου που εγκλωβίστηκε σ’ αυτό
                                                                το σώμα

Για σώπασε….
Έχασα το ρυθμό
Στο τέρμα αυτού του μονόδρομου το μόνο που
μου απέμεινε είναι το άδειο μου κρανίο
Αρχίζω να το χτυπάω
Τελικά , είναι καλό ηχείο

Παρασκευή, 13 Σεπτεμβρίου 2013

photoeditor 2








Πέμπτη, 12 Σεπτεμβρίου 2013

κάτι από πολύ παλιά...



Πράγματα τόσο γρήγορα που δεν βλέπεις

Ήχος και εικόνα

‘Ένα χέρι πάνω στην πρησμένη κοιλιά

και δυο μάτια βαμμένα που αναλύουν λογαριασμούς

Σκάλες που μ’ ανεβάζουν

Δεν κινούμαι. Μ’ ανεβάζουν

Μια φούστα μπεζ και δυο παπούτσια

που ποτέ δεν θ’ αγόραζα

Μια μύτη γαμψή και ένα κόκκινο λάστιχο

Θα χάσω το τρένο

Θα πέσω στο κενό

Δεν έχει πια σημασία

Θέση δεν βρήκα

Δεν ξέρω τι μουτζουρώνω

Οι φλέβες μου εκτινάχθηκαν έξω από ‘μένα

Έφτασα στην Ομόνοια

Προς Μοναστηράκι

Μοναστηράκι

Παρακαλούμε προσοχή στο κενό μεταξύ συρμού και αποβάθρας

Σκούροι τοίχοι και μεταλλικά αγκάθια

Θα κατέβετε στον Ταύρο και θα γυρίσετε με λεωφορεία

Να μπω τώρα.

Με το ίδιο εισιτήριο.

Προσοχή στην αποβάθρα.



Κάποιος κοιμάται.

Κάποιος κοιτάζει.

Κάποιος ψάχνει.



ΝΤΙΝΓΚ-ΝΤΟΝΓΚ

ΠΕΤΡΑΛΩΝΑ



Κάτι για Καλλιθέα

Κάτι για Φάληρο

Κάτι για ίδιο εισιτήριο

STOP.

Then it’s finished

Έλενα;

Μαλάκα αρρώστια!

και τα λόγια ξένων γίνονται δημιουργία

και ρυθμός

και ένα κομπολόι που παίζει

και ένα χέρι που γράφει

Δεν με νοιάζει που είμαι όρθια

1η φορά



ΝΤΙΝΓΚ-ΝΤΟΝΓΚ



Κάτι για Καλλιθέα

κάτι για στάσεις

δύο χέρια που κινούνται νευρικά

5 ασημένια κουμπιά

ίσως έξι

όλο ασήμι και βλέμμα άδειο

άδειο ή καχύποπτο

Κάτι μαλακίες που λέγαμε

και τα λόγια των ξένων γίνονται δημιουργία

4 χέρια κινήθηκαν νευρικά

μαζί με το δικό μου 5



Κάποιος κοιμάται.

Κάποιος κοιτάζει.

Κάποιος με κοιτάζει.

Υπάρχει κανείς που ψάχνει;



ΝΤΙΝΓΚ-ΝΤΟΝΓΚ



Κάτι για Μοσχάτο

δυο νευρικά μάτια

κάποιος οπισθοδρομεί

κι εγώ μηχανικά αποφεύγω τις κολώνες

εξακολουθείς να κοιμάσαι;

Ούτε εγώ είμαι της άποψης να πάω

από την άλλη όμως

ένα τεταρτάκι θα κάνω – μισή ώρα

x 2

και τα λόγια των ξένων γίνονται δημιουργία

και δημιουργούν μαζί μ’ αυτόν που κοιμάται

με τα πράσινα καθίσματα

και με τα νευρικά δάχτυλα



ΝΤΙΝΓΚ-ΝΤΟΝΓΚ



Κάτι για Φάληρο

Φτάνω.

Φτάνω σε ‘σένα που ξέρω δεν θα με παρεξηγήσεις

Δύο σηκώθηκαν για Φάληρο

και ένα video-clip που καμία σχέση

το σώμα μου είναι στο Φάληρο

η σκέψη μου στην αμαρτία

εσύ στον Πειραιά

και το ούζο 12 σε ένα κόκκινο χαρτί

Έρχομαι

Είμαστε λίγοι

κάποιος κοιμάται

Είμαστε πολλοί

δύο νευρικά χέρια

εγώ

και μία αδιάφορη

όλοι αυτοί + τα είδωλά μας στο τζάμι

Τα νεύρα έφτασαν στα πόδια

ο σταθμός είναι τερματικός

η κίνηση διπλή

και λίγο μελάνι στον δεξή μου αντίχειρα

Έφτασα.

Άνοιξαν οι πόρτες.

Έρχομαι.

Εννιά παρά πέντε.

15 Νοέμβρη 2002.



Κάποιος σφυρίζει.

Φτάνω.

420

όλο αριθμούς είναι αυτή η ζωή

και ο Παναγιώτης θα ‘ναι στη στάση;

Πω πω μυρίζεις ποτό

Πω πω μυρίζεις τσιγάρο

Σ’ αγαπώ

Μ’ αγαπάς

Κι εγώ

Κι εσύ

Μη με ρίξεις.

Ο ουρανός είναι σαν σε ταινία

Είμαι λάθος;

θα ήμουν λάθος αν δεν μπορούσα να συζητήσω

μ’ αυτήν τη γλυκιά ψυχή αυτά τα δυο γλυκά υπέροχα μάτια

Εσύ ποιος είσαι;

εσύ

Εγώ ποιος είμαι;

εγώ

Εγώ είμαι από οξιά καλό ξύλο

5.000 το κοντάρι

5.000 τα λαχεία που κουβαλά

Εννέα και είκοσι

εγώ είμαι εγώ



θυμάμαι:

κοίτα τη ζάχαρη πως στάζει στα μαλλιά σου!

Αυτό που ονομάσαμε κάποτε σουρεαλισμό

είμαστε εμείς και η πραγματικότητά μας

τι λέγαμε πριν;

ότι τα λόγια ξένων γίνονται δημιουργία

ένα βλέμμα κάθισε δίπλα μου

τυχαία;

Παναγιώτη εσύ που δεν με παρεξηγείς και ένα βλέμμα

κάθεστε δίπλα μου

μια φωνή πίσω μου κι ένα κοντάρι μπροστά μου

(Εννέα και είκοσι εφτά, ένας καθρέφτης και ένας Χριστός)

Όταν θα φτάσω στο κρεβάτι μου ακόμα θα γράφω;

Μια μυρωδιά που μου θυμίζει τη Γεωργία

ένα βλέμμα σκοτεινό και η φωνή πίσω μου.

Όλο γράμματα είναι αυτή η ζωή

CIAO, ΘΕΡΜΟΠΗΓΗ, TIME, ΨΑΡΑΓΟΡΑ

Θα κατεβούμε μια στάση πριν

να μας χτυπήσει ο αέρας

να κουραστούμε

να νιώσουμε άνθρωποι

άνθρωποι μετά την πτώση 

άνθρωποι που κοπιάζουν

όπως στη λειτουργία σε ντο ελάσσονα του Mozart

εκεί ο άνθρωπος έχει 4 μέτρα ξεκούραση

Εγώ θα έχω;



Όλα φεύγουν

το σκοτεινό βλέμμα, το skateboard που χτύπησε το γόνατό μου

(δεν έγραψα γι’ αυτό),

το κοντάρι, ακόμα κι εμείς

μέχρι κι η φωνή έφυγε πριν δύο στάσεις

Κατεβαίνουμε στην επόμενη

μαζί με το βλέμμα που χάθηκε κι αυτό.