Παρασκευή, 30 Νοεμβρίου 2012



Πέμπτη, 29 Νοεμβρίου 2012



ένα μικρό φλυτζάνι καφέ
το φως μέσα από ένα γυάλινο μπωλάκι με δαμάσκηνα
που γυαλίζουν σαν βινύλιο τσαλακωμένο
η φιγούρα ένα κλαρί βασιλικού στην ξύλινη τάβλα
το αποτύπωμα της δύναμης
κομμένο από γενιά φιλάσθενη δεν υπολογίζει
γεμίζει ρίζες τον ασφυκτικό του χώρο
χρειάζεται μόνο νερό για να σε στραγγαλίσει
αυτό είναι το μεσημέρι: η ησυχία
η ακαταστασία που δεν βγάζει ήχο
η αίσθηση ότι όλα θα πάνε καλά
κι ίσως να έχει μείνει μια γλύκα (ακόμα) στη ζωή
σαν τα ξερά δαμάσκηνα…

Τετάρτη, 14 Νοεμβρίου 2012


Δευτέρα, 12 Νοεμβρίου 2012


Πέμπτη, 1 Νοεμβρίου 2012

ο άτιτλος Ι



πάνω στην πέτρα
πονάω δεν πονάω
έχει και δεν έχει σημασία
σημασία καμιά
όλα τα σχέδια όλα τα όνειρα
νεκρά και στρογγυλά απ’ τον αέρα
που τα γκρέμισε για πάντα
πάνω στη θρυμματισμένη πέτρα
άμμος άμμος
όνειρα βότσαλα
ανόργανα και στρογγυλά
χωρίς καμία σημασία
ή σπουδαιότητα καμιά
λευκά στη μόνη αντανάκλαση
που όφειλα σαν άνθρωπος
να δω και βλέπω
λευκά όνειρα σκληρά
απόλυτα βότσαλα
πονούν τα πόδια μου
του ζώου εύκολες πατημασιές
εγώ ο άνθρωπος απομακρυσμένος
από κάπου αλλού φερμένος
δεν μπόρεσα δεν έφτασα
τα δάχτυλα σπασμένα
και οι καμάρες άκαμπτες
πώς περπατά το ζώο
σε τόσο όνειρα σκληρά
προσπαθώ να θυμηθώ και πονάω
σαν ζώο που του ‘χουν αφαιρέσει
δέρμα και τρίχωμα
κοντεύω κάποιες ώρες
να φτάσω στην ψυχή
μα η λεπτή μεμβράνη
που απ’ έξω με καλύπτει
διάφανη ευαίσθητα μαλακή
σε κάθε ανούσια λέξη γδαρμένη
αποκαλύπτει τον καθαρό οργανισμό
κι όταν τα κύτταρα
τα βαθιά ζωοφόρα
αισθάνονται αέρα τσούζουν
με τέτοιο τσούξιμο ξεχνάω την ψυχή
και χαμηλώνω σε θέση τετράποδη
μόνο που έχω ξεχάσει
πώς βαδίζουν σε όνειρα βότσαλα
ανάμεσα σε ζώο και άνθρωπο
τον ουρανό δεν φτάνω
φοβάμαι τη θάλασσα
και στη γη πονάω όταν πατώ
βάζω την πέτρα προσκεφάλι
το πιο αφράτο μαξιλάρι
που ξάπλωσα ποτέ
και προσεύχομαι στο τίποτα
στο τιποτένιο ανόθευτο τίποτα
πάνω στα βράχια γίνομαι νερό
μέσα στο νερό γίνομαι άλλο
μέσα στο άλλο γίνομαι τίποτα
μέσα στο τίποτα σιωπή
και από κει γίνομαι τραγούδι
κι απ’ το τραγούδι άνθρωπος
άνθρωπος μικρός και τιποτένιος
αυτό το λίγο που έμεινε από ‘μένα
πάνω στον βράχο και την πέτρα
όταν το κύμα τα τράβηξε όλα
πίσω από εκεί που ξεκίνησαν.